Σήμερα θεωρείται αυτονόητο στοιχείο ασφάλειας σε κάθε καινούργιο αυτοκίνητο, όμως το ABS δεν ξεκίνησε από τους τέσσερις τροχούς, αλλά από τους πολύ περισσότερους σε αριθμό και ακόμα μεγαλύτερων σε μέγεθος των αεροπλάνων. Η τεχνολογία που αποτρέπει το μπλοκάρισμα των τροχών στο δυνατό φρενάρισμα αναπτύχθηκε αρχικά για να αντιμετωπιστούν οι ολοένα μεγαλύτερες δυσκολίες στην ακινητοποίηση των αεροσκαφών, καθώς αυτά γίνονταν ταχύτερα και ισχυρότερα.

Η μεγάλη εξέλιξη στην αεροπορία ήρθε κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν η ανάπτυξη των αεροσκαφών και η μετάβαση προς τους κινητήρες τζετ αύξησαν τις απαιτήσεις κατά την προσγείωση. Τα αεροπλάνα έπρεπε να επιβραδύνουν με ασφάλεια σε περιορισμένο μήκος διαδρόμου, χωρίς να μπλοκάρουν οι τροχοί και να καταστρέφονται τα ελαστικά. Το 1947, το Boeing B-47 Stratojet έγινε το πρώτο αεροσκάφος μαζικής παραγωγής που χρησιμοποίησε σύστημα ABS, γνωστό ως Hydro-Aire Hytrol. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1952, η Dunlop παρουσίασε το δικό της σύστημα, με την ονομασία Maxaret. Σύμφωνα με ιστορικές αναφορές, οι δοκιμές έδειξαν ότι το Maxaret μπορούσε να μειώσει την απόσταση ακινητοποίησης έως και κατά 30% σε συγκεκριμένες συνθήκες. Κρατήστε αυτό το όνομα, γιατί σχεδόν 20 χρόνια μετά έφερε την κουβέντα στα δικά μας.
Το πρώτο αυτοκίνητο με ABS δεν ήταν Mercedes
Όταν η τεχνολογία άρχισε να περνά από τα αεροπλάνα στα αυτοκίνητα, η Mercedes απέκτησε αργότερα τη φήμη της πρωτοπόρου χάρη στην εξέλιξη του ηλεκτρονικού ABS που παρουσίασε το 1978. Ωστόσο, το πρώτο αυτοκίνητο παραγωγής που εξοπλίστηκε με σύστημα αντιμπλοκαρίσματος ήταν ένα πολύ πιο σπάνιο βρετανικό μοντέλο. Πρόκειται για το Jensen FF, το οποίο κυκλοφόρησε το 1966 και παρέμεινε στην αγορά έως το 1971, «μετακομίζοντας» το σύστημα Maxaret από τα αεροπλάνα στα τετράτροχα. Με 320 μονάδες, όμως, δεν το λες μαζικής παραγωγής. Για αυτό και ο τίτλος του πρώτου τέτοιου αυτοκινήτου πάει στο Chrysler Imperial του 1971, που έμαθε στον κόσμο τις λέξεις «Sure-Brake».

Το σύστημα διέθετε ηλεκτρονικό έλεγχο, αλλά η αρχιτεκτονική του ήταν διαφορετική από αυτή που γνωρίζουμε σήμερα. Χρησιμοποιούσε τρία κανάλια ελέγχου της πίεσης των φρένων: έναν ρυθμιστή για κάθε εμπρός τροχό και έναν κοινό για τους δύο πίσω. Οι δοκιμές της εποχής έδειξαν ότι μπορούσε να αποτρέψει αποτελεσματικά το μπλοκάρισμα, ακόμη και σε ολισθηρές επιφάνειες όπως ο πάγος. Ωστόσο, η λειτουργία του δεν ήταν ιδιαίτερα διακριτική. Κατά την ενεργοποίηση του συστήματος ακουγόταν ένας γρήγορος, επαναλαμβανόμενος μεταλλικός ήχος από τη μεταβολή της πίεσης των φρένων, ο οποίος μπορούσε να ξαφνιάσει τον οδηγό σε μια ήδη αγχωτική κατάσταση. Παρά τις δυνατότητές του, το Sure-Brake δεν κατάφερε να προσελκύσει πολλούς αγοραστές. Προσφερόταν ως έξτρα εξοπλισμός στα μοντέλα των ετών 1971 έως 1973, αλλά λιγότερο από το 5% των πελατών το επέλεξε, με αποτέλεσμα η Chrysler να το καταργήσει το 1974.
Η μεγάλη τομή για τη σύγχρονη εξέλιξη του ABS ήρθε το 1978, όταν η Mercedes S-Class W116 απέκτησε ηλεκτρονικό σύστημα τεσσάρων τροχών με πολλαπλά κανάλια ελέγχου και ψηφιακά μικροηλεκτρονικά, το οποίο εξελίχθηκε σε συνεργασία με την Bosch. Η τεχνολογία αυτή επέτρεψε πολύ πιο ακριβή και γρήγορη διαχείριση της πίεσης πέδησης και αποτέλεσε τη βάση για τα συστήματα που χρησιμοποιούνται σήμερα. Η σημασία του ABS δεν περιορίστηκε, πάντως, στο φρενάρισμα. Η τεχνολογία συνέβαλε στην ανάπτυξη και άλλων συστημάτων ασφάλειας, όπως ο ηλεκτρονικός έλεγχος ευστάθειας (ESC), ενώ αξιοποιείται και σε λειτουργίες που βελτιώνουν την πρόσφυση, όπως η κατανομή ροπής και τα ηλεκτρονικά συστήματα περιορισμού της ολίσθησης.



































