Μπορεί στην Ευρώπη να κυκλοφορεί ήδη η νέα γενιά του Compass, όμως στις ΗΠΑ η προηγούμενη εξακολουθεί να ζει και να βασιλεύει. Μάλιστα, η Jeep ανακοίνωσε τις αναβαθμίσεις της για το 2027, σε ένα μοντέλο που κλείνει αισίως 20 χρόνια στην αγορά! Κι όπως φαίνεται, δεν έχει καμία διάθεση να βγει στη σύνταξη εντός του επόμενου έτους.
Το νέο… παλιό Compass ξεχωρίζει εμφανισιακά από τα κλασικά χαρακτηριστικά ενός facelift, δηλαδή καινούργια χρώματα στην παλέτα (Ghost, Copper Shino, ’41 και Goldilocks, από ονομασίες σκίζουν) και λίγο διαφορετικούς προφυλακτήρες. Για τις εκδόσεις Limited, Limited Altitude και Trailhawk υπάρχει πλέον η δυνατότητα επιλογής του πακέτου Premium Lighting Group, το οποίο περιλαμβάνει φωτιστικά σώματα LED εμπρός και πίσω, καθώς και LED προβολείς ομίχλης. Η σημαντικότερη αναβάθμιση αφορά το Adaptive Cruise Control, που είναι στάνταρ στις βασικές εκδόσεις Latitude και Latitude Altitude. Οι ακριβότερες Limited, Limited Altitude και Trailhawk αποκτούν επίσης ασύρματη φόρτιση κινητού και θύρες USB για τους πίσω επιβάτες, καλύπτοντας ορισμένες από τις «ψηφιακές» ελλείψεις του προηγούμενου μοντέλου.
Κάτω από το καπό δεν υπάρχει καμία αλλαγή. Το αμερικανικό Compass συνεχίζει να χρησιμοποιεί τον 2.0λιτρο τετρακύλινδρο υπερτροφοδοτούμενο βενζινοκινητήρα των 200 ίππων στις 5.000 σ.α.λ. και 300 Nm στις 1.750-4.250 σ.α.λ., συνεργαζόμενος αποκλειστικά με αυτόματο κιβώτιο 8 σχέσεων και σύστημα τετρακίνησης. Ένας συνδυασμός αρκετός για 0-100 χλμ./ώρα κάτω από 9,0 δλ. και τελική κοντά στα 200 χλμ./ώρα, με μια μέση τιμή κατανάλωσης 8,7 λίτρων/100 χλμ. (βάσει EPA). Η Jeep έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο να διαθέσει μελλοντικά και τη νέα γενιά στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, που διαθέτει ποικιλία κινητήριων συνόλων, χωρίς να έχει ανακοινώσει συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα. Μέχρι τότε, οι Αμερικανοί θα συνεχίσουν να αγοράζουν το παλιό Compass (που κατασκευάζεται στο Μεξικό), αν και τώρα «τσιμπάει» αρκετά σε τιμή.

Οι παραγγελίες έχουν ήδη ξεκινήσει στις ΗΠΑ, με το κόστος αγοράς να κυμαίνεται από 31.985 δολάρια έως 37.140 δολάρια (28.565 – 33.170 ευρώ), σημειώνοντας αύξηση περίπου 2.000 δολαρίων σε σχέση με πριν.





























