Σε μια δύσκολη εποχή για πρίγκηπες, στην οποία το κόστος των νέων αυτοκινήτων ανεβαίνει με καταιγιστικούς σχεδόν ρυθμούς που δύσκολα πλέον μπορεί να παρακολουθήσει κανείς, ελάχιστα είναι τα αυτοκίνητα που μπορούν να συγκρατούν την τιμή τους σε λογικά επίπεδα, απλά επειδή δεν περιπλέκουν τα πράγματα. Το Fiat Grande Panda, στην εισαγωγική έκδοση με τον 1.200άρη τούρμπο κινητήρα των 100 ίππων και το χειροκίνητο κιβώτιο των έξι σχέσεων, ανήκει σε αυτή την σπάνια πλέον κατηγορία. Χωρίς υβριδικό σύστημα, χωρίς αυτόματο κιβώτιο και με τα πολύ απαραίτητα στο βασικό του εξοπλισμό, το εισαγωγικό Grande Panda επιστρέφει αξιοποιώντας μια βασική συνταγή που εξακολουθεί να προσφέρει πλεονεκτήματα όπως οι κόμπακτ διαστάσεις, οι καλοί χώροι, η πρακτικότητα και η άνεση, σε συνδυασμό με ένα σύστημα κίνησης που κάνει τη δουλειά του, χωρίς φιοριτούρες. Από πλευράς τιμών εκκινεί από 17.590 ευρώ για την έκδοση Pop, από 19.390 ευρώ για την πλουσιότερη Icon, από 20.090 ευρώ για την Tech και από 21.190 ευρώ για την κορυφαία La Prima. Επιπλέον, όλες οι εκδόσεις συνοδεύονται από 8 χρόνια εργοστασιακή εγγύηση ή 120.000 χλμ. (όποιο έρθει πρώτο).
Ρετρό με σύγχρονη ματιά

Το πρώτο πράγμα που τραβά την προσοχή και σε αυτό το Grand Panda είναι ασφαλώς η σχεδίασή του, η οποία δεν διαφοροποιείται από εκείνη του υβριδικού μοντέλου. Γενικά, πρόκειται για ένα μικρό αυτοκίνητο με μήκος 3,999 μ., πλάτος 1,763 μ., ύψος 1,586 μ. και μεταξόνιο 2,54 μ., το οποίο παραμένει αρκετά συμπαγές ώστε να αισθάνεσαι άνετα στην πόλη, χωρίς να θυσιάζει την πρακτικότητα. Σίγουρα, δεν μπορεί να κρυφτεί ανάμεσα στα υπόλοιπα B-SUV της αγοράς, με τις τετραγωνισμένες επιφάνειες, τις έντονες ακμές, τις ανάγλυφες επιγραφές «PANDA» στις πόρτες, τα χαρακτηριστικά φωτιστικά σώματα και τις σαφείς στιλιστικές αναφορές στο εμβληματικό Panda να δημιουργούν ένα αμάξωμα που αναγνωρίζεται από μακριά. Το ενδιαφέρον για μία ακόμα φορά είναι ότι η Fiat δεν περιορίστηκε σε μια απλή αναβίωση, καθώς το Grande Panda, ακόμα και στην έκδοση… βάσης, έχει σύγχρονα στοιχεία, τα οποία συνδυάζονται με ρετρό αναφορές. Τα φωτιστικά σώματα για παράδειγμα, ειδικά στις πλουσιότερες εκδόσεις, παραπέμπουν στη χαρακτηριστική pixel αισθητική. Παράλληλα, η αυξημένη απόσταση από το έδαφος των 183 χλστ. ενισχύει την crossover εικόνα του μοντέλου και αποδεικνύεται χρήσιμη στην πράξη. Αναμφίβολα, δεν πρόκειται για ένα B-SUV που υπόσχεται ακραίες εκτός δρόμου δυνατότητες, αλλά για ένα μοντέλο που αντιμετωπίζει με περισσότερη άνεση πεζοδρόμια, κακοτεχνίες, ράμπες καθώς και τους γνωστούς «θησαυρούς» των ελληνικών δρόμων. Το σημαντικότερο είναι ότι το Grande Panda έχει προσωπικότητα. Και αυτό δεν είναι κάτι που συναντάς συχνά στην κατηγορία.
Καμπίνα με χαρακτήρα και ουσία

Η ίδια λογική συνεχίζεται στο εσωτερικό. Το ταμπλό είναι σχεδιασμένο έτσι ώστε να θυμίζει αμέσως ότι βρίσκεσαι σε ένα Fiat, χωρίς όμως να καταφεύγει σε νοσταλγικές υπερβολές. Στο κέντρο του υπάρχει η χαρακτηριστική οβάλ σχεδιαστική φόρμα, εμπνευσμένη από την πίστα στην οροφή του ιστορικού εργοστασίου του Lingotto στο Τορίνο, ενώ μικρές λεπτομέρειες, όπως το μικροσκοπικό Panda, δίνουν έναν ευχάριστο παιχνιδιάρικο τόνο. Τα υλικά είναι σκληρά, όπως άλλωστε περιμένεις σε αυτή την κατηγορία τιμής, όμως η εικόνα δεν είναι φθηνή. Η συναρμογή είναι προσεγμένη και η Fiat έχει επενδύσει περισσότερο στην εργονομία και στην πρακτικότητα παρά στην προσπάθεια να δημιουργήσει μια δήθεν premium ατμόσφαιρα. Ιδιαίτερα ευπρόσδεκτες είναι οι μπλε αποχρώσεις σε πλαστικά και υφάσματα, αντί των πιο μουντών μαύρων που χρησιμοποιούνται κατά κόρον.
Ταυτόχρονα, υπάρχουν πολλές θήκες και χώροι για μικροαντικείμενα, ενώ ιδιαίτερα θετική είναι η επιλογή να παραμείνουν εν… ζωή οι φυσικοί διακόπτες για βασικές λειτουργίες, όπως ο κλιματισμός. Τα καθίσματα προσφέρουν επαρκή στήριξη, αν και σχετικά σκληρά, και η ψηλή θέση οδήγησης προσφέρει καλή εποπτεία προς όλες τις κατευθύνσεις. Σε ότι αφορά τους χώρους, το βενζινοκίνητο Grande Panda αποδεικνύεται πολύ πιο γενναιόδωρο από όσο υποδηλώνουν οι εξωτερικές του διαστάσεις. Τέσσερις ενήλικες μπορούν να φιλοξενηθούν χωρίς ιδιαίτερες παραχωρήσεις, ενώ το πορτμπαγκάζ προσφέρει 353 λίτρα σε εκμεταλλεύσιμη διαμόρφωση.
Με 1.200άρη turbo κινητήρα που επαρκεί
Κάτω από το καπό βρίσκεται ο 3κύλινδρος κινητήρας τούρμπο χωρητικότητας 1.199 κ.εκ. του ομίλου Stellantis. Αποδίδει 100 ίππους και 205 Nm ροπής μεταφέροντας την κίνηση στους εμπρός τροχούς μέσω ενός χειροκίνητου κιβωτίου έξι σχέσεων. Η συγκεκριμένη έκδοση είναι προφανές ότι δεν διαθέτει κανένα ηλεκτρικό «βοήθημα», γεγονός που την κάνει μηχανικά απλούστερη σε σχέση με την υβριδική. Το μοτέρ, πάντως, χρησιμοποιεί τούρμπο μεταβλητής γεωμετρίας, λειτουργώντας στον κύκλο Miller, ενώ διαθέτει καδένα χρονισμού. Στην πράξη, αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι η ροπή των 205 Nm και ο τρόπος που αυτή αξιοποιείται. Σε πολύ χαμηλές στροφές ο κινητήρας δεν είναι ιδιαίτερα πρόθυμος και σε ορισμένες περιπτώσεις απαιτείται δουλειά με το κιβώτιο, ιδιαίτερα όταν ο δρόμος ανηφορίζει ή στην περίπτωση που στο αυτοκίνητο φιλοξενούνται τρεις ή τέσσερις επιβάτες. Λίγο πιο ψηλά ο υπερτροφοδοτούμενος κινητήρας αποκτά σαφώς καλύτερη απόκριση και λειτουργεί γραμμικά, προσφέροντας αρκετή ζωντάνια για τις καθημερινές μετακινήσεις. Σε κάθε περίπτωση, το χειροκίνητο κιβώτιο ταιριάζει τελικά περισσότερο απ’ όσο ίσως περιμένεις στον χαρακτήρα του αυτοκινήτου. Οι διαδρομές του επιλογέα είναι σχετικά μακριές, όμως το κούμπωμα είναι σαφές και η κλιμάκωση βοηθά τον κινητήρα να διατηρείται στο ωφέλιμο φάσμα λειτουργίας του. Μόνο η 6η ταχύτητα θέλει χιλιόμετρα στο κοντέρ για να τη «σηκώσει» ο κινητήρας. Όλα τα παραπάνω καθρεφτίζονται και στο πεδίο μετρήσεων, με το αμάξωμα των 1.220 κιλών να επιταχύνει από στάση έως τα πρώτα 100 χλμ./ώρα σε 10,9 δλ., ενώ η τελική ταχύτητα φτάνει τα 160 χλμ./ώρα.
Η κατανάλωση θέλει προσοχή
Εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο μειονέκτημα της συγκεκριμένης έκδοσης. Η εργοστασιακή μέση κατανάλωση στον συνδυασμένο κύκλο (WLTP) ορίζεται στα 5,7 λτ./100 χλμ., όμως σε πραγματικές συνθήκες οι τιμές είναι υψηλότερες. Κατά τη διάρκεια της δοκιμής μας «είδαμε» σχεδόν 7,5 λτ./100 χλμ. σε μικτές συνθήκες, ενώ με έντονη πίεση ή σε «βαρύ» αστικό μποτιλιάρισμα η κατανάλωση μπορεί να πλησιάσει ακόμη και τα 8 ή και 9 λτ./100 χλμ. Όλα αυτά έχουν την εξήγησή τους, καθώς, σε αντίθεση με το υβριδικό Grande Panda, δεν υπάρχει το ηλεκτρικό σύστημα που θα αναλάβει μέρος της δουλειάς στην πόλη και θα περιορίσει την κατανάλωση στα συνεχή σταμάτα-ξεκίνα. Από την άλλη, η απουσία του υβριδικού συστήματος διατηρεί χαμηλότερο το κόστος αγοράς και κάνει το συγκεκριμένο Grande Panda πιο απλό μηχανικά. Επίσης, με εκπομπές CO2 131 γρ./χλμ. τα τέλη κυκλοφορίας είναι 84 ευρώ, έναντι μηδενικά στο υβριδικό με 116 γρ./χλμ. CO2.
Εκεί που αισθάνεται στο στοιχείο του

Αν υπάρχει ένας «χώρος» στον οποίο το χειροκίνητο Grande Panda 100 PS νιώθει πιο άνετα είναι στην καθημερινή οδήγηση. Η ψηλή θέση οδήγησης, η καλή περιφερειακή ορατότητα, το ελαφρύ τιμόνι και ο μικρός κύκλος στροφής κάνουν το αυτοκίνητο ιδιαίτερα φιλικό μέσα στην πόλη. Οι διαστάσεις του βοηθούν σημαντικά, με την ανάρτηση μα έχει μια συγκρατημένα σφιχτή αίσθηση, χωρίς όμως να θυσιάζει την άνεση. Σε αυτή την έκδοση το Grande Panda αποσβένει αποτελεσματικά τις περισσότερες ανωμαλίες και τα υψηλού προφίλ ελαστικά βοηθούν ακόμη περισσότερο σε δρόμους με κακό οδόστρωμα. Οι εγκάρσιες ανωμαλίες και ορισμένα φρεάτια μπορούν να γίνουν περισσότερο αισθητά, ιδιαίτερα σε χαμηλές ταχύτητες. Στον ανοιχτό δρόμο το Grande Panda δεν αλλάζει χαρακτήρα. Παραμένει προβλέψιμο και σταθερό, με τις κλίσεις του αμαξώματος όταν αυξάνεται ο ρυθμός ανεβαίνει να παραμένουν λογικές. Παρ’ ότι δεν έχει σχεδιαστεί για να οδηγηθεί με το πόδι στο πάτωμα, το τιμόνι είναι ακριβές και όσο τα χιλιόμετρα ανεβαίνουν αποκτά περισσότερο βάρος.
Το Grande Panda στην πιο «αγνή» του μορφή
Το Fiat Grande Panda 1.2 Turbo 100 PS με το χειροκίνητο κιβώτιο έχει χαρακτήρα. Και ο χαρακτήρας αυτός δεν προκύπτει μόνο από το ιδιαίτερο ντιζάιν, αλλά από τον τρόπο με τον οποίο όλα τα επιμέρους στοιχεία λειτουργούν μαζί. Είναι αρκετά μικρό για να μην προβληματίζει στην πόλη, αλλά αρκετά ευρύχωρο για να υπηρετήσει τον ιδιοκτήτη του ως «κανονικό» οικογενειακό αυτοκίνητο. Έχει μεγάλη απόσταση από το έδαφος, καλή ορατότητα και πολύ καλή ποιότητα κύλισης, ενώ ο κινητήρας των 100 ίππων αποδεικνύεται επαρκής και ευχάριστος όταν μάθεις να τον δουλεύεις όπως πρέπει. Η επιλογή του χειροκίνητου κιβωτίου μπορεί σήμερα να μοιάζει σχεδόν αναχρονιστική, όμως εδώ έχει τη δική της λογική κρατώντας χαμηλά το κόστος.























































































































