Ένα τιμόνι που αρχίζει να τρέμει όταν το αυτοκίνητο κινείται με υψηλή ταχύτητα δεν είναι απλώς ένας ενοχλητικός κραδασμός που μπορούμε να αγνοήσουμε. Συνήθως αποτελεί ένδειξη ότι κάτι δεν λειτουργεί όπως πρέπει, με την αιτία να βρίσκεται στα ελαστικά, τις ζάντες, τα φρένα ή ακόμα και στην ανάρτηση και το σύστημα διεύθυνσης. Το σημαντικό είναι να παρατηρήσουμε πότε ακριβώς εμφανίζεται η δόνηση, καθώς αυτό μπορεί να βοηθήσει σημαντικά στον εντοπισμό του προβλήματος.
Αν το τιμόνι είναι ομαλό στις χαμηλές ταχύτητες αλλά αρχίζει να τρέμει, για παράδειγμα, μετά τα 90-100 χλμ./ώρα, το πρώτο πράγμα που πρέπει να ελεγχθεί είναι οι τροχοί και τα ελαστικά. Ένας τροχός πρέπει να έχει σωστή κατανομή βάρους σε όλη την περίμετρό του. Αν έχει χαθεί ένα μικρό βαρίδι ζυγοστάθμισης, αν το ελαστικό δεν έχει τοποθετηθεί σωστά ή έχει δημιουργηθεί κάποια ανισορροπία, ο κραδασμός γίνεται ολοένα πιο έντονος όσο αυξάνεται η ταχύτητα. Η ζυγοστάθμιση είναι συνήθως η πρώτη και σχετικά απλή λύση. Αν όμως το πρόβλημα επιστρέψει σύντομα, τότε χρειάζεται πιο λεπτομερής έλεγχος, καθώς μπορεί να υπάρχει στραβή ζάντα ή ελαστικό με ζημιά. Κάτι που μπορεί να έχει προέλθει από χτύπημα σε λακκούβα (Ελλαδάρα γαρ), οπότε προσοχή σε αμφότερα. Μια στραβωμένη ζάντα, ένα ελαστικό που έχει παραμορφωθεί ή έχει υποστεί εσωτερική ζημιά, αλλά και η ανομοιόμορφη φθορά του πέλματος μπορούν να προκαλέσουν έντονους κραδασμούς στις υψηλές ταχύτητες. Αν αντιληφθούμε ότι εμφανίζεται τρέμουλο μετά από δυνατό «γκαπ», καλό είναι να ελέγξουμε τα λάστιχα για καρούμπαλα, σκισίματα, ανομοιόμορφη φθορά ή άλλες εμφανείς παραμορφώσεις, καθώς και τις ζάντες για τα ανάλογα. Αν υπάρχει σοβαρή ζημιά, η ζυγοστάθμιση δεν πρόκειται να λύσει το πρόβλημα.

Τρέμουλο, όμως, μπορεί να εμφανιστεί κι όταν φρενάρουμε. Εδώ η κατάσταση αλλάζει. Αν το αυτοκίνητο κινείται ομαλά στον αυτοκινητόδρομο, αλλά το τιμόνι αρχίζει να τρέμει όταν πατάμε το φρένο, τότε το σύστημα πέδησης γίνεται ο βασικός ύποπτος. Οι δισκόπλακες με ανομοιόμορφη επιφάνεια ή μεταβολή στο πάχος τους μπορούν να προκαλέσουν παλμούς που μεταφέρονται στο τιμόνι και στο πεντάλ του φρένου. Το φαινόμενο μπορεί να εμφανιστεί μετά από επαναλαμβανόμενα δυνατά φρεναρίσματα ή έντονη θερμική καταπόνηση. Πρόβλημα μπορεί επίσης να δημιουργήσει μια δαγκάνα που δεν λειτουργεί σωστά και προκαλεί υπερθέρμανση, ή ακόμα και δυσλειτουργία στον κατανεμητή πέδησης. Το τελευταίο γίνεται περισσότερο αντιληπτό όταν το αυτοκίνητο «τραβάει» προς τη μία πλευρά κατά το φρενάρισμα, μπερδεύοντας τα συμπτώματα με την ανάγκη ευθυγράμμισης.
Μιλώντας για ευθυγράμμιση, αν η ζυγοστάθμιση είναι σωστή και οι τροχοί δεν παρουσιάζουν πρόβλημα, η αναζήτηση της αιτίας μπορεί να μας οδηγήσει προς αυτή την κατεύθυνση. Μια λάθος ευθυγράμμιση μπορεί να προκαλεί κραδασμούς, αλλά συνήθως συνοδεύεται και από άλλα σημάδια, όπως η προαναφερθείσα απόκλιση προς τη μία πλευρά ή ανομοιόμορφη φθορά ελαστικών. Παράλληλα, πολυκαιρισμένα εξαρτήματα της ανάρτησης ή του συστήματος διεύθυνσης, όπως ακρόμπαρα, μπαλάκια και σινεμπλόκ ψαλιδιών, μπορούν να επιτρέψουν ανεπιθύμητες μετακινήσεις στους τροχούς και να μεταφέρουν κραδασμούς στο τιμόνι. Αν μαζί με το τρέμουλο ακούγονται χτυπήματα ή υπάρχει αίσθηση χαλαρότητας στο τιμόνι, απαιτείται πιο ολοκληρωμένος έλεγχος.

Ένας ήπιος κραδασμός δεν σημαίνει απαραίτητα ότι επίκειται σοβαρή βλάβη, όμως ένα ξαφνικό ή έντονο τρέμουλο δεν πρέπει να αγνοείται. Ειδικά αν συνοδεύεται από εμφανή ζημιά σε ελαστικό, έντονο τράβηγμα του αυτοκινήτου, μεταλλικούς ήχους, αστάθεια στο τιμόνι ή αν χειροτερεύει όσο αυξάνεται η ταχύτητα. Σε τέτοια περίπτωση δεν έχει νόημα να συνεχίζουμε να ανεβάζουμε ταχύτητα για να δούμε αν το πρόβλημα γίνεται εντονότερο. Το αυτοκίνητο πρέπει να ελεγχθεί άμεσα από ειδικό, καθώς περίεργες καταστάσεις σε ζάντες, λάστιχα, φρένα ή ανάρτησεις επηρεάζουν άμεσα την οδική ασφάλεια.




















