Μέχρι σήμερα, ένας από τους βασικούς ενδοιασμούς απέναντι στα κινεζικά αυτοκίνητα ήταν η μεταπωλητική τους αξία. Η λογική ήταν απλή: καινούργια ονόματα, μικρότερη παράδοση και άγνωστη εικόνα στην αγορά μεταχειρισμένων θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μεγαλύτερη απαξίωση. Νέα στοιχεία από τη βρετανική αγορά, όμως, δείχνουν ότι η πραγματικότητα αρχίζει να αλλάζει, έστω και οριακά.
Ανάλυση του Auto Express, βασισμένη σε προβλέψεις υπολειμματικών αξιών της CDL Vehicle Information Services, δείχνει ότι έπειτα από τρία χρόνια και 36.000 μίλια (57.900 χλμ.), τα αυτοκίνητα κινεζικών εταιρειών αναμένεται να διατηρούν κατά μέσο όρο το 46,16% της αρχικής τους αξίας, έναντι 46% για τα μοντέλα μη κινεζικών κατασκευαστών. Η διαφορά είναι μόλις 0,16 ποσοστιαίες μονάδες, όμως έχει ενδιαφέρον καθώς έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι κινεζικές μάρκες αυξάνουν γρήγορα την παρουσία τους στην Ευρώπη. Η ανάλυση αφορά τη βρετανική αγορά και δεν περιλαμβάνει κατηγορίες όπου οι κινεζικές μάρκες δεν έχουν ακόμη παρουσία ή δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία. Παράλληλα, ξεχωρίζει τις αμιγώς κινεζικές μάρκες από εταιρείες που βρίσκονται υπό κινεζική ιδιοκτησία, όπως οι MG, Volvo, Lotus, Smart και Polestar.
![]()
Στα SUV, που αποτελούν σήμερα μία από τις σημαντικότερες κατηγορίες της αγοράς, οι κινεζικές μάρκες εμφανίζουν 46,59% απώλεια αξίας, έναντι 47,14% των μη κινεζικών. Στα μικρομεσαία αυτοκίνητα τα αντίστοιχα ποσοστά είναι 40,92% και 40,45%, ενώ στα μεγαλύτερα μεσαία μοντέλα η εικόνα αντιστρέφεται πιο έντονα, με 47,65% για τις κινεζικές μάρκες έναντι 43,17%. Στα supermini, αντίθετα, οι παραδοσιακές μάρκες έχουν σαφές προβάδισμα, με 45,68% έναντι 40,89%. Ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ηλεκτρικά. Τα κινεζικά EV που πωλούνται στη Βρετανία έχουν μέση τιμή 38.647 λίρες (45.062 ευρώ), όταν τα αντίστοιχα μη κινεζικά φτάνουν τις 55.827 λίρες (65.095 ευρώ). Παρ’ όλα αυτά, οι προβλεπόμενες υπολειμματικές αξίες τους διαμορφώνονται στο 44,57% και 43,41% αντίστοιχα. Δηλαδή, τα κινεζικά ηλεκτρικά όχι μόνο ξεκινούν από αισθητά χαμηλότερη τιμή, αλλά σύμφωνα με την ανάλυση διατηρούν και ελαφρώς μεγαλύτερο ποσοστό της αρχικής τους αξίας.
Παρόμοια εικόνα καταγράφεται στα plug-in hybrid, όπου οι κινεζικές μάρκες φτάνουν το 46,68%, έναντι 44,94% των μη κινεζικών, ενώ στα υβριδικά τα αντίστοιχα ποσοστά είναι 48,71% και 47,84%. Στα βενζινοκίνητα, οι κινεζικές μάρκες βρίσκονται στο 48,27%, έναντι 45,86% των μη κινεζικών. Ένας από τους λόγους που εξηγούν αυτή την εικόνα είναι η χαμηλότερη τιμή αγοράς με την οποία μπαίνουν στην αγορά αρκετά κινεζικά μοντέλα, σε συνδυασμό με πλούσιο εξοπλισμό. Μάρκες όπως οι BYD, Jaecoo, Omoda και Chery προσφέρουν συχνά περισσότερα στοιχεία εξοπλισμού σε χαμηλότερη τιμή, γεγονός που μπορεί να περιορίζει το περιθώριο περαιτέρω πτώσης της αξίας τους στην αγορά μεταχειρισμένων.

Βέβαια, η εικόνα δεν είναι ίδια για όλες τις κινεζικές μάρκες. Όσο αυτές ανεβαίνουν προς τα premium στρώματα, η κατάσταση γίνεται πιο περίπλοκη, καθώς η αναγνωρισιμότητα, η ιστορία και η επιθυμητότητα της μάρκας αποκτούν μεγαλύτερη σημασία. Οι Denza, Xpeng και IM της MG, για παράδειγμα, έχουν ήδη αρχίσει να κινούνται σε ακριβότερες κατηγορίες στη Βρετανία, όμως οι πωλήσεις τους δεν είναι ακόμη αρκετές ώστε να συμπεριληφθούν στην ανάλυση. Το ενδιαφέρον, λοιπόν, δεν βρίσκεται τόσο στο οριακό 0,16% της συνολικής διαφοράς, όσο στο γεγονός ότι οι κινεζικές μάρκες φαίνεται να έχουν πλέον φτάσει στο σημείο όπου η απαξίωση των αυτοκινήτων τους δεν αποτελεί αυτονόητο μειονέκτημα απέναντι στους καθιερωμένους κατασκευαστές.



















