Αν κοιτάξετε προσεκτικά ένα πάρκινγκ, θα διαπιστώσετε κάτι που περνά σχεδόν απαρατήρητο. Τα περισσότερα SUV, crossover, χάτσμπακ, station wagon, όλα τα «κολοβά» δηλαδή, διαθέτουν πίσω υαλοκαθαριστήρα, ενώ η συντριπτική πλειονότητα των κουπέ και σεντάν όχι. Φωτεινή εξαίρεση το Fiat Tempra, το οποίο ακόμα μνημονεύεται για το ότι έφερε καθαριστήρα (προαιρετικά), μαζί με τον τρίτο όγκο. Προς τι αυτή η αναντιστοιχία; Δεν πρόκειται ούτε για θέμα κόστους, ούτε για σχεδιαστική επιλογή, ούτε για πρακτική (ότι στο σεντάν δεν βολεύει, λόγω του ανοίγματος της πόρτας του πορτμπαγκάζ). Η απάντηση (και η αλήθεια) κρύβεται στην αεροδυναμική και στον τρόπο με τον οποίο κινείται ο αέρας γύρω από το αυτοκίνητο.
Οι περισσότεροι πιστεύουν ότι ο πίσω υαλοκαθαριστήρας υπάρχει απλώς για να καθαρίζει το τζάμι όταν βρέχει. Στην πραγματικότητα, η ανάγκη ύπαρξής του καθορίζεται ήδη από το σχεδιαστήριο. Οι μηχανικοί γνωρίζουν από την πρώτη στιγμή αν το σχήμα του αμαξώματος θα κρατά καθαρό το πίσω παρμπρίζ ή αν θα μετατρέπεται σε μαγνήτη για νερά, λάσπες και σκόνη. Στα διθυρα και τα τετράθυρα, ο αέρας που περνά από την οροφή συνεχίζει σχετικά ομαλά στο πίσω παρμπρίζ και στη συνέχεια απομακρύνεται μέσω του πορτμπαγκάζ. Το τελευταίο λειτουργεί σαν ένας φυσικός «διαχωριστής» της ροής του αέρα, αποτρέποντας τη δημιουργία στροβιλισμών ακριβώς πίσω από το αυτοκίνητο. Έτσι, ακόμη και σε βροχή, το πίσω τζάμι παραμένει συγκριτικά καθαρό, χωρίς να χρειάζεται υαλοκαθαριστήρα. Να το θέσουμε απλούστερα: η ροή του αέρα απομακρύνει το νερό από το κρύσταλλο, ακολουθώντας το σχήμα του αμαξώματος.

Στα SUV, χάτσμπακ, station wagon και MPV, όμως, η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική. Η σχεδόν κάθετη πίσω πόρτα δεν επιτρέπει στον αέρα να απομακρυνθεί ομαλά. Αντίθετα, πίσω από το όχημα δημιουργείται μια περιοχή χαμηλής πίεσης με έντονους στροβιλισμούς, γνωστή στους μηχανικούς ως «wake turbulence». Το φαινόμενο λειτουργεί σαν μια μικρή… ηλεκτρική σκούπα, τραβώντας προς το πίσω τζάμι νερό, λάσπη, σκόνη, αλάτι και κάθε είδους βρωμιά που σηκώνουν οι τροχοί από το οδόστρωμα. Το αποτέλεσμα γίνεται ιδιαίτερα εμφανές τον χειμώνα. Μετά από λίγα μόνο χιλιόμετρα σε βρεγμένο δρόμο, το πίσω τζάμι ενός SUV μπορεί να καλυφθεί σχεδόν ολοκληρωτικά από βρόμικο νερό και λάσπη, περιορίζοντας σημαντικά την ορατότητα. Χωρίς πίσω υαλοκαθαριστήρα, ο οδηγός θα έχανε πολύ γρήγορα την εικόνα προς τα πίσω, γι’ αυτό και σχεδόν όλα τα τρίθυρα και πεντάθυρα εξοπλίζονται αναλόγως.
Φυσικά, υπάρχουν και εξαιρέσεις. Μοντέλα όπως τα Audi A7 και Kia Stinger, παρότι διαθέτουν μεγάλη πίσω πέμπτη πόρτα, δεν χρησιμοποιούν υαλοκαθαριστήρα. Κι αυτό διότι δεν είναι σεντάν, αλλά ούτε και χάτσμπακ. Στα λεγόμενα liftback ή fastback το σχήμα του πίσω μέρους διαχειρίζεται αποτελεσματικά τη ροή του αέρα, αξιοποιώντας τη με τέτοιο τρόπο ώστε να απομακρύνει νερό και λοιπές επικαθίσεις από το πίσω κρύσταλλο. Αντίθετα, τα περισσότερα hot hatches, όπως το VW Golf R, συνεχίζουν να διαθέτουν πίσω υαλοκαθαριστήρα, επειδή το σχεδόν κατακόρυφο πίσω μέρος τους δημιουργεί τους ίδιους στροβιλισμούς με ένα crossover. Για τον ίδιο λόγο βλέπουμε ολοένα και περισσότερες αεροτομές οροφής και μικρά αεροδυναμικά βοηθήματα πάνω από το πίσω παρμπρίζ, ακόμα και σε B-SUV. Δεν τοποθετούνται μόνο για εμφάνιση ή για αύξηση της κάθετης δύναμης, αλλά συμβάλλουν και στην καλύτερη διαχείριση της ροής του αέρα, μειώνοντας την ποσότητα της βρωμιάς που καταλήγει στο πίσω τζάμι.

Επομένως, η απουσία πίσω υαλοκαθαριστήρα στα σεντάν δεν οφείλεται τόσο στην εξοικονόμηση λίγων ευρώ από τους κατασκευαστές, όσο ότι στις περισσότερες περιπτώσεις δεν τον χρειάζονται. Αντίθετα, στα SUV και τα χάτσμπακ, η φυσική επιβάλλει την παρουσία του.
































