Από τις πιο συνηθισμένες στιγμές που ζούμε με ένα αυτοκίνητο, ειδικά πρόσφατης τεχνολογίας. Πατάμε το κουμπί στο τηλεχειριστήριο, απομακρυνόμαστε από το αυτοκίνητο και ακούμε το γνώριμο «μπιπ» ή ένα σύντομο κορνάρισμα μόλις κλειδώσει, μαζί με το καθιερωμένο αναβόσβημα των αλαρμ. Οι περισσότεροι θεωρούν ότι πρόκειται απλώς για έναν ήχο επιβεβαίωσης, όμως στην πραγματικότητα το αυτοκίνητο εκείνη τη στιγμή έχει ήδη πραγματοποιήσει μια σειρά από ελέγχους και, σε ορισμένες περιπτώσεις, το χαρακτηριστικό ηχητικό σήμα μπορεί να κρύβει ακόμα και προειδοποίηση.
Πριν εμφανιστούν τα τηλεχειριστήρια και τα συστήματα keyless, οι οδηγοί ήταν αναγκασμένοι να δοκιμάζουν τις χειρολαβές για να βεβαιωθούν ότι το αυτοκίνητο είχε κλειδώσει. Σήμερα αυτόν τον ρόλο αναλαμβάνει το ηχητικό σήμα, το οποίο επιβεβαιώνει ότι η εντολή έφτασε στο όχημα και το σύστημα ασφαλείας ενεργοποιήθηκε. Πίσω από αυτή τη φαινομενικά απλή λειτουργία βρίσκεται η ηλεκτρονική μονάδα ελέγχου του αμαξώματος (Body Control Module). Μόλις πατηθεί το κουμπί του κλειδώματος, το τηλεχειριστήριο στέλνει ασύρματα την εντολή και το αυτοκίνητο ελέγχει αν όλες οι πόρτες, το πορτμπαγκάζ και, σε ορισμένα μοντέλα, ακόμη και το καπό έχουν κλείσει σωστά. Αν όλα είναι όπως πρέπει, οι πόρτες ασφαλίζουν και ακολουθεί το χαρακτηριστικό «μπιπ» ή το αναβόσβημα των φλας. Πολλοί νομίζουν ότι οι ήχοι αφορούν μόνο την ενεργοποίηση του συναγερμού, αλλά κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Το αυτοκίνητο ειδοποιεί ούτως ή άλλως, έχει-δεν έχει συναγερμό.

Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις όπου το αυτοκίνητο δεν κάνει «μπιπ» ή εκπέμπει διαφορετικό ήχο. Τότε συνήθως προσπαθεί να ενημερώσει τον οδηγό ότι κάτι δεν πάει καλά. Η πιο συνηθισμένη αιτία είναι μια πόρτα ή το πορτμπαγκάζ που δεν έχει κλείσει σωστά. Επίσης, αιτία μπορεί να είναι η μπαταρία του τηλεχειριστηρίου που εξαντλείται, κάποια αλλαγή στις ρυθμίσεις του οχήματος, πρόβλημα στο αντικλεπτικό σύστημα ή ακόμη και το γεγονός ότι ο κινητήρας εξακολουθεί να λειτουργεί. Ιδιαίτερα χρήσιμη είναι και η λειτουργία που διαθέτουν πολλά σύγχρονα αυτοκίνητα όταν το κλειδί παραμένει μέσα στην καμπίνα. Αν ο οδηγός επιχειρήσει να κλειδώσει το όχημα ενώ το τηλεχειριστήριο βρίσκεται στο εσωτερικό, το αυτοκίνητο εκπέμπει διαφορετικό προειδοποιητικό ήχο, αποτρέποντας το κλασικό ατύχημα του κλειδώματος απέξω.
Για όσους δεν θέλουν να ακούγεται κάθε φορά το ηχητικό σήμα, αρκετοί κατασκευαστές επιτρέπουν την απενεργοποίησή του μέσα από το σύστημα πολυμέσων ή το μενού ρυθμίσεων. Ανάλογα με το μοντέλο, ο οδηγός μπορεί να επιλέξει ηχητική επιβεβαίωση με κόρνα, ηλεκτρονικό ήχο, μόνο αναβόσβημα των φλας ή πλήρως αθόρυβη λειτουργία. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η αλλαγή της ρύθμισης γίνεται μόνο μέσω διαγνωστικού εξοπλισμού στην αντιπροσωπεία. Όσο για το γιατί αρκετά αυτοκίνητα εξακολουθούν να χρησιμοποιούν την κόρνα αντί για ένα πιο διακριτικό «μπιπ», η εξήγηση είναι απλή. Τα πρώτα συστήματα κεντρικού κλειδώματος αξιοποιούσαν την ήδη υπάρχουσα κόρνα, επειδή ήταν οικονομική λύση και μπορούσε να ακουστεί εύκολα ακόμη και σε ένα γεμάτο πάρκινγκ. Με την εξέλιξη της τεχνολογίας, πολλοί κατασκευαστές αντικατέστησαν τον δυνατό ήχο με πιο ευγενικά ηλεκτρονικά σήματα, χωρίς όμως να εξαφανιστεί εντελώς η παραδοσιακή… κορναριστή επιβεβαίωση.



















