Η ναυτία στο αυτοκίνητο είναι ένα από τα πιο συνηθισμένα προβλήματα που μπορεί να αντιμετωπίσει ένας επιβάτης, ιδιαίτερα σε διαδρομές με πολλές στροφές ή συνεχείς επιταχύνσεις και φρεναρίσματα. Αυτό που προκαλεί τη δυσφορία είναι ουσιαστικά ένα «μπέρδεμα» του εγκεφάλου, όταν αυτά που βλέπουν τα μάτια δεν συμφωνούν με όσα αντιλαμβάνεται το σύστημα ισορροπίας του έσω ους (ή έσω αυτί). Και μπορεί να ακούγεται παράδοξο, όμως ορισμένα χαρακτηριστικά των ηλεκτρικών αυτοκινήτων ενδέχεται να κάνουν το φαινόμενο πιο έντονο.
Ένας από τους λόγους είναι η απουσία του ήχου και των κραδασμών του κινητήρα. Στα αυτοκίνητα με κινητήρα βενζίνης ή ντίζελ, ο οδηγός και οι επιβάτες έχουν συνηθίσει να ακούν το μοτέρ να ανεβάζει στροφές πριν από μια επιτάχυνση, αλλά και να αντιλαμβάνονται μέσω των δονήσεων ότι η πορεία αλλάζει ρυθμό. Στα ηλεκτρικά, μεγάλο μέρος αυτών των ερεθισμάτων εξαφανίζεται. Το αυτοκίνητο μπορεί να επιταχύνει σχεδόν αθόρυβα, με αποτέλεσμα ο εγκέφαλος να έχει λιγότερες πληροφορίες για να προβλέψει την κίνηση. Σημαντικό ρόλο παίζει και η άμεση απόδοση της ροπής. Ένα EV μπορεί να επιταχύνει πολύ γρήγορα ακόμα και με σχετικά μικρή πίεση στο γκάζι. Αν ο οδηγός δεν είναι αρκετά ομαλός, οι συνεχείς μεταβολές στην επιτάχυνση γίνονται περισσότερο αντιληπτές από τον επιβάτη και μπορούν να προκαλέσουν δυσφορία. Όσο ισχυρότερο το μοντέλο, φυσικά, τόσο περισσότερη η «αναγούλα».

Ακόμα μεγαλύτερη σημασία έχει η αναγεννητική πέδηση. Στα αυτοκίνητα με έντονη ανάκτηση ενέργειας, το άφημα του γκαζιού μπορεί να προκαλέσει αισθητή επιβράδυνση χωρίς να πατηθεί το φρένο. Όταν μάλιστα χρησιμοποιείται η λειτουργία «One Pedal», το φαινόμενο γίνεται ακόμα πιο έντονο. Σε συνθήκες κίνησης με συνεχές «σταμάτα-ξεκίνα», η απότομη επιτάχυνση και επιβράδυνση μπορεί να δημιουργήσει ένα διαρκές μπρος-πίσω που δεν είναι καθόλου ευχάριστο για τον επιβάτη. Έρευνα έχει μάλιστα συνδέσει την ισχυρότερη ανάκτηση ενέργειας με υψηλότερα επίπεδα ναυτίας σε ευαίσθητους επιβάτες. Δεν είναι τυχαίο ότι ο οδηγός συνήθως αντιμετωπίζει μικρότερο πρόβλημα από τον επιβάτη. Αυτός γνωρίζει πότε θα στρίψει, θα επιταχύνει ή θα φρενάρει και το σώμα του προετοιμάζεται για την κίνηση. Αντίθετα, ο επιβάτης δέχεται τις ίδιες μεταβολές χωρίς να γνωρίζει πότε θα συμβούν. Η κατάσταση επιδεινώνεται αν κοιτάζει κινητό, τάμπλετ ή διαβάζει, καθώς τα μάτια παραμένουν συγκεντρωμένα σε μια σχετικά σταθερή εικόνα, ενώ το έσω αυτί αντιλαμβάνεται συνεχώς την κίνηση του αυτοκινήτου.
Υπάρχουν, πάντως, τρόποι να περιοριστεί το φαινόμενο. Πιο ομαλή οδήγηση, προοδευτικό πάτημα του γκαζιού και ηπιότερη ανάκτηση ενέργειας μπορούν να κάνουν σημαντική διαφορά. Παράλληλα, οι κατασκευαστές και οι ερευνητές εξετάζουν λύσεις που θα δίνουν στους επιβάτες οπτικά, ηχητικά ή απτικά ερεθίσματα πριν από μια στροφή ή διακύμανση ταχύτητας, ώστε ο εγκέφαλος να προλαβαίνει να «καταλάβει» τι πρόκειται να συμβεί. Άρα, δεν σημαίνει ότι τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα προκαλούν από μόνα τους περισσότερη ναυτία. Η διαφορετική απόκριση του ηλεκτροκινητήρα, η ανάκτηση ενέργειας και η σχεδόν απόλυτη ησυχία της καμπίνας αλλάζουν τα ερεθίσματα που έχει συνηθίσει να λαμβάνει ο εγκέφαλος. Για κάποιους επιβάτες αυτή η αλλαγή είναι αρκετή για να κάνει μια διαδρομή λιγότερο ευχάριστη.




















