Σε έναν σκοτεινό επαρχιακό δρόμο, όπου κολώνες φωτισμού δεν υπάρχουν ούτε για δείγμα, η μεγάλη σκάλα στα φώτα κάνει τη διαφορά, αφού φωτίζει πολύ μεγαλύτερη απόσταση και μας βοηθά στον έγκαιρο εντοπισμό στροφών, εμποδίων και άλλων κινδύνων. Υπάρχει, όμως, ένα βασικότατο πρόβλημα: όταν πλησιάζει άλλο αυτοκίνητο, πρέπει να κατεβαίνουμε στη μεσαία σκάλα, ώστε να μην τυφλώνουμε τον απέναντι. Και μόλις το άλλο όχημα απομακρυνθεί, πρέπει να ανάψουμε ξανά τα «μεγάλα». Πώς μπορούμε να γλιτώσουμε αυτό το διαρκές «κρακ κρουκ» πίσω από το τιμόνι; Εδώ αναλαμβάνουν δράση τα αυτόματα φώτα, και συγκεκριμένα η αυτόματη ρύθμιση των προβολέων πορείας.
Στα περισσότερα σύγχρονα αυτοκίνητα, βασικό ρόλο παίζει μια κάμερα τοποθετημένη ψηλά στο παρμπρίζ, συνήθως κοντά στον εσωτερικό καθρέφτη. Αυτή παρακολουθεί συνεχώς τον δρόμο μπροστά και αναλύει τις φωτεινές πηγές που εντοπίζει, ώστε να ξεχωρίζει αν πρόκειται για προβολείς αυτοκινήτου που έρχεται από απέναντι, πίσω φώτα οχήματος που προπορεύεται ή φωτισμό από το περιβάλλον. Όταν ο δρόμος είναι αρκετά σκοτεινός και δεν εντοπίζονται άλλοι χρήστες που θα μπορούσαν να ενοχληθούν από τη μεγάλη σκάλα, το σύστημα ενεργοποιεί τα φώτα πορείας. Μόλις αντιληφθεί ένα όχημα μπροστά ή από την αντίθετη κατεύθυνση, επιστρέφει στη μεσαία σκάλα, περιορίζοντας τον κίνδυνο θάμβωσης. Ανάλογα με τον κατασκευαστή, μπορεί να αξιοποιούνται και πρόσθετοι αισθητήρες ή πληροφορίες από το σύστημα πλοήγησης. Οι αλγόριθμοι, τα όρια ενεργοποίησης και οι προϋποθέσεις λειτουργίας διαφέρουν από μοντέλο σε μοντέλο, ενώ ορισμένα συστήματα απαιτούν να έχει προηγουμένως επιτευχθεί συγκεκριμένη ταχύτητα.

Δεν αντιδρούν παντού με τον ίδιο τρόπο
Η λειτουργία τους είναι πιο σύνθετη από όσο φαίνεται. Μια πινακίδα σήμανσης, για παράδειγμα, δεν αντιμετωπίζεται απαραίτητα όπως οι προβολείς ενός αυτοκινήτου που πλησιάζει. Η κάμερα εξετάζει τη θέση, την ένταση και τη μεταβολή της φωτεινότητας καθώς κινείται το όχημα, προσπαθώντας να προσδιορίσει από πού προέρχονται. Η διαδικασία επαναλαμβάνεται διαρκώς: όταν ο δρόμος σκοτεινιάζει και είναι ελεύθερος, ενεργοποιείται η μεγάλη σκάλα. Όταν εντοπιστεί άλλο όχημα, το σύστημα επιστρέφει στη μεσαία. Μόλις το όχημα περάσει και οι φωτεινές ενδείξεις του πάψουν να ανιχνεύονται, τα μεγάλα φώτα μπορούν να ανάψουν ξανά, εφόσον οι συνθήκες το επιτρέπουν. Η εναλλαγή δεν γίνεται πάντα ακαριαία. Οι κατασκευαστές χρησιμοποιούν συγκεκριμένα χρονικά περιθώρια και όρια λειτουργίας, ώστε τα φώτα να μην αλλάζουν συνεχώς μεταξύ των δύο βαθμίδων εξαιτίας στιγμιαίων μεταβολών του φωτισμού.
Πότε μπορεί να κάνουν λάθος;
Παρά την τεχνολογία τους, τα αυτόματα φώτα πορείας δεν είναι αλάνθαστα. Επειδή βασίζονται στην αναγνώριση φωτεινών πηγών, η αποτελεσματικότητά τους μπορεί να επηρεαστεί από έντονη βροχή, χιόνι, ομίχλη ή υγρασία στο παρμπρίζ. Το ίδιο ισχύει όταν η κάμερα είναι λερωμένη, καλυμμένη από πάγο ή έχει περιορισμένο οπτικό πεδίο. Δυσκολίες μπορεί να προκύψουν και σε δρόμους με απότομες στροφές ή υψομετρικές διαφορές. Ένα όχημα που εμφανίζεται ξαφνικά πίσω από μια στροφή ή έναν λόφο μπορεί να μην αναγνωριστεί τόσο έγκαιρα, όσο θα το αντιλαμβανόμασταν οι ίδιοι βλέποντας τα δικά του φώτα έρχονται. Παρόμοια προβλήματα ενδέχεται να παρουσιαστούν όταν ένα αυτοκίνητο βγαίνει απότομα από σημείο που μέχρι εκείνη τη στιγμή το έκρυβε κάποιο εμπόδιο.

Ο πρόσκαιρος φωτισμός από κολώνες (2 δουλεύουν, 10 δεν δουλεύουν ας πούμε, σύνηθες φαινόμενο στην επαρχία) μπορεί επίσης να επηρεάσει την απόφαση του συστήματος, με αποτέλεσμα να μην ενεργοποιούνται τα μεγάλα φώτα ακόμη κι όταν ο οδηγός θεωρεί ότι θα ήταν χρήσιμα. Για αυτόν το λόγο, η αυτόματη ρύθμιση της μεγάλης σκάλας αποτελεί σύστημα υποβοήθησης και όχι υποκατάστατο της προσοχής του οδηγού. Αν δεν επιστρέψουν εγκαίρως στη μεσαία σκάλα όταν πλησιάζει άλλο όχημα, ο οδηγός πρέπει να παρέμβει χειροκίνητα. Οι ακριβείς περιορισμοί και οι προϋποθέσεις λειτουργίας αναφέρονται στο εγχειρίδιο κάθε αυτοκινήτου.
Αυτόματη ρύθμιση μεγάλης σκάλας και προσαρμοζόμενοι προβολείς δεν είναι το ίδιο
Με τόσα συστήματα κι άλλες τόσες ορολογίες στα καινούργια αυτοκίνητα, λογικό να υπάρχουν μπερδέματα. Στην προκειμένη, ας πούμε, τα αυτόματα φώτα πορείας εναλλάσσουν ουσιαστικά δύο καταστάσεις: μεγάλη και μεσαία σκάλα. Όταν εντοπίσουν συνθήκες που απαιτούν περιορισμό του φωτισμού, χαμηλώνουν ολόκληρη τη δέσμη. Αντίθετα, οι προσαρμοζόμενοι προβολείς (Adaptive Driving Beam) μπορούν, ανάλογα με την τεχνολογία και το μοντέλο, να μειώνουν επιλεκτικά τμήματα της δέσμης γύρω από άλλα οχήματα, διατηρώντας παράλληλα φωτισμένο το υπόλοιπο οδόστρωμα. Έτσι, ο οδηγός μπορεί να συνεχίσει να έχει μεγάλη ορατότητα χωρίς να πέφτει το έντονο φως απευθείας στα μάτια των απέναντι.

Ορισμένα προηγμένα συστήματα προσαρμόζουν επιπλέον την κατεύθυνση ή την κατανομή του φωτός ανάλογα με τη γωνία του τιμονιού, την ταχύτητα και τις συνθήκες του δρόμου. Επομένως, το γεγονός ότι ένα αυτοκίνητο διαθέτει αυτόματη εναλλαγή μεγάλης και μεσαίας σκάλας δεν σημαίνει απαραίτητα ότι διαθέτει και την πιο εξελιγμένη τεχνολογία επιλεκτικού φωτισμού. Στην πράξη, τα αυτόματα φώτα πορείας κάνουν τη νυχτερινή οδήγηση πιο ξεκούραστη και μπορούν να περιορίσουν την άσκοπη θάμβωση. Χρειάζεται, όμως, ο οδηγός να παραμένει σε εγρήγορση και να επεμβαίνει όταν οι συνθήκες το απαιτούν, γιατί ακόμη και οι πιο σύγχρονες τεχνολογίες έχουν τους περιορισμούς τους .
























